αποδείχνομαι


αποδείχνομαι
αποδείχνομαι, αποδείχτηκα, αποδειγμένος βλ. πίν. 30

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποδεικνύομαι — αποδεικνύομαι, αποδείχθηκα και αποδείχτηκα, απο(δε)δειγμένος βλ. πίν. 88 και πρβλ. αποδείχνομαι Σημειώσεις: αποδεικνύομαι : η λόγια μτχ. αποδεδειγμένος κυρίως σε εκφράσεις όπως είναι αποδεδειγμένο ότι... (για τρόπο συμπεριφοράς, φαινόμενο κτλ.… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αποδείχνω — όδειξα, δείχτηκα, δειγμένος 1. με ορθούς συλλογισμούς ή μαρτυρίες αναμφισβήτητες δείχνω ότι αληθεύει ή υπάρχει κάτι: Νομίζω ότι απόδειξα το θεώρημα. 2. το μέσο, αποδείχνομαι φανερώνομαι: Αποδείχτηκε άνθρωπος ικανός και έντιμος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επαληθεύω — επαλήθευσα και επαλήθεψα, επαληθεύτηκα, επαληθε(υ)μένος 1. μτβ., αποδείχνω κάτι ως αληθινό ή ορθό, εξακριβώνω ότι κάτι είναι αληθινό: Επαληθεύτηκε η λύση του προβλήματος. 2. αμτβ., αποδείχνομαι από τα πράγματα ως αληθινός ή σωστός, βγαίνω… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επιβεβαιώνω — επιβεβαίωσα, επιβεβαιώθηκα, επιβεβαιωμένος, μτβ. 1. βεβαιώνω κι εγώ αυτό που βεβαιώθηκε από άλλους ή βεβαιώνω κάτι ύστερα, επικυρώνω. 2. το μέσ., επιβεβαιώνομαι αποδείχνομαι αληθινός, δικαιώνομαι, επαληθεύω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)